Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Απέχοντας από τον στιγματισμό


Απέχω 1. βρίσκομαι σε ορισμένη απόσταση από το σημείο αναφοράς. 2. είμαι διαφορετικός από κάτι άλλο, 3. δεν συμμετέχω συνειδητά σε κοινή δραστηριότητα (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, 1998)

Κανονικά δεν καταφεύγεις σε ερμηνευτικά λεξικά για να εξηγήσεις μία πολιτική (ή απολίτικη) στάση, αλλά οδηγήθηκα στην ερμηνευτική αγκαλιά του Μπαμπινιώτη, γιατί τα τελευταία 24ωρα έχω διαβάσει και έχω ακούσει τόσους ορισμούς της αποχής, όσα περίπου και τα λήμματα όλου του λεξικού του mainstream δασκάλου της γλώσσας!

Οι περισσότεροι ορισμοί ήταν απαξιωτικοί για τους απέχοντες. Για τους συμμετέχοντες στις εκλογές αυτή η πλειοψηφία (ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα) ήταν οι αδρανείς, οι αδιάφοροι, οι απολίτικοι βλαμένοι που δεν έχουν σκοπό να ασχοληθούν με τα κοινά ακόμα και αν η εξουσία αποφασίσει να τους κρεμάσει ανάποδα και να τους γδέρνει, οι ηθικοί αυτουργοί της ανόδου της ακροδεξιάς, οι εχθροί ή και οι πολέμιοι του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι απολογητές του μνημονίου, οι θλιβεροί ελιτιστές, οι παραιτημένοι, οι φραπεδολάγνοι, οι μικρόνοες, οι αμνήμονες, οι άξιοι μόνο για την απαξίωση μας. Μόνο ότι είναι υπεύθυνοι για την τρύπα του όζοντος δεν διάβασα ότι είναι οι απέχοντες, αλλά δεν το αποκλείω να γράφτηκε κι αυτό και να διέφυγε της προσοχής μου!

Σε όλα αυτά τα συμπεράσματα είναι εύκολο να καταλήξεις αν θεωρήσεις (εσφαλμένα, κατά την άποψη μου) αυτό το 50% ως ένα ενιαίο σύνολο, με ενιαία συμπεριφορά, που συγκροτήθηκε περίπου ως εκλογικός συνδυασμός, που απλώς αποφάσισε να μην κατέβει στις εκλογές. Ανάμεσα στους απέχοντες θα βρεις όλες αυτές τις κατηγορίες που παραθέτω παραπάνω, αλλά δεν είναι μόνο αυτές. Στους απέχοντες υπάρχουν και απολύτως πολιτικοποιημένοι, άνθρωποι με άποψη για την κοινωνία, απηυδησμένοι από το σάπιο μεταπολιτευτικό σκηνικό, διαμαρτυρόμενοι για τους όρους με τους οποίους παίζεται το πολιτικό –και το εκλογικό παιχνίδι.

Αυτή η ανώνυμη μάζα αποτελεί εύκολο στόχο. Ορισμένους τους φοβίζει, άλλοι θεωρούν ότι δεν αξίζει ούτε ένα δευτερόλεπτο για να ασχοληθούν μαζί τους. Αλλά το δημοκρατικό παιχνίδι δεν παίζεται έτσι. Αν ορίζεις τον εαυτό σου ως δημοκράτη, το πρώτο που πρέπει να είσαι έτοιμος να κάνεις είναι να κατανοήσεις, να έρθεις σε διάλογο με διαφορετικές απόψεις από τη δική σου, να πείσεις ότι έχεις δίκιο και όχι απλώς να στιγματίσεις. Αλλιώς φτάνουμε στο «δημοκρατικό παράδοξο» να ενοχοποιείται αυτός που δεν πείθεται και όχι αυτός που δεν πείθει. Στις εκλογές αυτός που κατεβαίνει είναι υποχρεωμένος να πείσει, δεν είναι ο ψηφοφόρος που είναι υποχρεωμένος να πεισθεί.

Το άλλο επιχείρημα που πέφτει στο τραπέζι είναι ότι οι εκλογές και η επιλογή του «λιγότερου κακού» είναι σχεδόν η μόνη που μπορεί να δώσει διεξόδους, η μόνη στάση η οποία μπορεί να μεταβάλει κοινωνικά τα πράγματα. Αυτό ενίοτε ισχύει, αλλά δεν αποτελεί κανόνα. Άπειρα ιστορικά παραδείγματα μας πείθουν για το αντίθετο. Τον Μάη του ’68- που άφησε ισχυρό ιστορικό στίγμα- το γαλλικό εκλογικό σώμα έδινε νίκες θριάμβου στον Ντε Γκωλ, όταν η Αμερική έβραζε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 οι Αμερικανοί ψηφοφόροι «αγαπούσαν» τον Νίξον. Το στίγμα της εποχής δεν το έδωσαν οι κάλπες, αλλά αυτό που συνέβαινε στην κοινωνία. Θα μου πείτε; Βλέπεις εσύ πουθενά ανάλογη κοινωνική κινητικότητα στην Ελλάδα; Ελάτε τώρα! Ας είμαστε σοβαροί! Απαιτείς από τους πολίτες που απέχουν να συγκροτήσουν μέσα σε λίγους μήνες ή ανάμεσα στις δύο εκλογικές Κυριακές κοινωνικό κίνημα που θα ανατρέψει την βαλτωμένη πολιτική κατάσταση και θα δώσει διέξοδο στα εκκωφαντικά αδιέξοδα; Απλούστατα η κοινωνία βράζει. Το τι θα παράγει αυτός ο «βρασμός» δεν το γνωρίζει με ακρίβεια κανείς μας. Και δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι αυτός ο βρασμός θα παράγει αποτελέσματα μέσω της εκλογικής διαδικασίας.

Αλλά ας δούμε και τη στάση του συμμετέχοντος στις εκλογές. Αυτός ο συμμετέχων δεν είναι που ενέκρινε επανειλημμένα το χτίσιμο αυτού του σάπιου μεταπολιτευτικού μορφώματος; Είναι πιο ενεργός πολίτης αυτός που προσέρχεται στις κάλπες για να επικροτήσει τη σαπίλα (ή ακόμα και για να την αποδοκιμάσει) και αμέσως μετά αναπαύεται αυτάρεσκα στον καναπέ του, περιμένοντας να περάσουν 4 χρόνια για να «ξαναμιλήσει»; Τι άλλαξε εδώ και δεκαετίες, όταν η συμμετοχή στις εκλογές ήταν απόλυτη; (μόνο οι νεκροί και οι μετανάστες που λείπουν από τη χώρα δεκαετίες δεν συμμετείχαν ουσιαστικά). Οι πολίτες «μιλούσαν» μέσω της ψήφου τους και ως όμηροι του πολιτικού κατεστημένου το επιβράβευαν, ανεξάρτητα αν αμέσως μετά ελεεινολογούσαν εναντίον του. Και γιατί δεν έχει κάποιος το δικαίωμα να πει με τη στάση του ότι σιχάθηκε όλο αυτό το σκηνικό και να αποφασίσει να του γυρίσει την πλάτη; Γιατί δεν έχει δικαίωμα να πει όχι στους κομματικούς συνδυασμούς που κατεβαίνουν για να «μετρήσουν τις δυνάμεις τους» αρνούμενος να γίνει η «μεζούρα» για πολιτικές φιλοδοξίες;

Δεν θέλω να γίνω απολογητής της αποχής. Η αποχή περιέχει και επιλογές που για μένα είναι αποκρουστικές. Την λογική του «εγώ δεν ασχολούμαι μ’ αυτά», την ελιτίστικη λογική της ξυνισμένης φάτσας ανάλογης μ’ αυτήν της απόρριψης του αποτυχημένου σούσι σε προχω- εστιατόριο, τη λογική του «δε πα να κόψουν το λαιμό τους όλοι»

Η στάση μου όλα αυτά τα χρόνια ήταν μοιρασμένη. Άλλοτε ψηφοφόρος, άλλοτε απέχων. Για την αποχή μου από τις προηγούμενες εκλογές είχα γράψει και ένα κομμάτι στο blog μου http://microsoult.blogspot.com/2009/06/blog-post.html , όπου δεν νοιώθω καθόλου άνετα με την επιλογή μου.

Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε εχθρούς και αμαρτωλούς ανάμεσα μας. Ανάμεσα τουλάχιστον σ’ αυτούς που θέλουν κάτι να αλλάξει επιτέλους. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε επιτέλους να μιλάμε μεταξύ μας (έστω έντονα), να «αλληλογραφούμε», όχι απαραιτήτως μέσα από τον φάκελο που πέφτει μέσα σε μία κάλπη

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=Qi6HXDe1izo&feature=related